Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φήμη οι φήμες
      γενική της φήμης των φημών
    αιτιατική τη φήμη τις φήμες
     κλητική φήμη φήμες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φήμη < αρχαία ελληνική φήμη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈfi.mi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φήμη θηλυκό

  1. διάδοση, λόγια που διαδίδονται από στόμα σε στόμα χωρίς να είναι διασταυρωμένα
    ακούγονται φήμες για ανασχηματισμό της κυβέρνησης
  2. η εντύπωση που επικρατεί στους άλλους ανθρώπους για το χαρακτήρα και την ποιότητα κάποιου, το καλό ή κακό "όνομα" που έχει αποκτήσει κάποιος
    • το καλό όνομα που έχει αποκτήσει κάποιος
  3. η διασημότητα, το να είναι κανείς φημισμένος, διάσημος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φήμη φήμα φῆμαι
Γενική φήμης φήμαιν φημῶν
Δοτική φήμ φήμαιν φήμαις
Αιτιατική φήμην φήμα φήμας
Κλητική φήμη φήμα φῆμαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φήμη < φημί +

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φήμη θηλυκό

  1. λόγος
  2. φήμη, διάδοση
  3. φήμη, το καλό ή κακό "όνομα"

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία