Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φίρμα οι φίρμες
      γενική της φίρμας των φιρμών
    αιτιατική τη φίρμα τις φίρμες
     κλητική φίρμα φίρμες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φίρμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φίρμα θηλυκό

  1. ονομασία εμπορικής ή βιομηχανικής εταιρείας, ιδιαίτερα αυτή που είναι ευρύτερα γνωστή
  2. γνωστός και ακριβοπληρωμένος τραγουδιστής, ηθοποιός ή κάποιος διάσημος σε οποιονδήποτε άλλο επαγγελματικό τομέα
  3. επωνυμία επιχείρησης, μάρκα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • (μας) το παίζει φίρμα: έχε πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και φέρεται υπεροπτικά


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία