Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταγιγνώσκω < μετά + γιγνώσκω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μεταγιγνώσκω

  1. μετανιώνω, γνωρίζω εκ των υστέρων