Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀναγιγνώσκω < ἀνά + γιγνώσκω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀναγιγνώσκω

  1. διαβάζω, αναγνωρίζω, ξαναγνωρίζω, γνωρίζω εκ νέου