Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οἶδα < Ϝοιδ- κατά ετεροίωση από το θέμα Ϝειδ- του ρήματος εἴδω

  ΡήμαΕπεξεργασία

οἶδα

  1. γνωρίζω

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

παράγωγαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία


ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Είναι παρακείμενος με σημασία ενεστώτα. Αρχικά ήταν ο παρακείμενος του ρήματος εἴδω (βλέπω, γνωρίζω), το οποίο όμως σταδιακά έπαψε να χρησιμοποιείται στον ενεστώτα και τη θέση του στο χρόνο αυτό πήρε το μεν ὁράω για την έννοια του "βλέπω" το δε οἶδα για την έννοια του "γνωρίζω".