Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ετεροίωση οι ετεροιώσεις
      γενική της ετεροίωσης
& ετεροιώσεως
των ετεροιώσεων
    αιτιατική την ετεροίωση τις ετεροιώσεις
     κλητική ετεροίωση ετεροιώσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ετεροίωση < λόγιο ελληνιστική κοινή ἑτεροίω(σις) + -ση < ἑτεροιόω, ἑτεροιῶ αλλάζω, μεταβάλλομαι (δείτε και (ἑτεροποιός - (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική alternance[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.tɛˈɾi.ɔ.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ετεροίωση θηλυκό

  1. (γλωσσολογία) η ποιοτική μετάπτωση φωνήεντος ή διφθόγγου ενός θέματος κατά την παραγωγή,
    π.χ. συχνά τροπή του ε του ρηματικού θέματος σε ο του ονοματικού
    Από τα ρήματα λέγω, τρέφω, τρέπω, μένω, νέμω, φέρω παράγονται τα ουσιαστικά λόγος, τροφή, τροπή, μόνος, νομή, φορά με ετεροίωση του 'ε' σε 'ο'. Από το ρήμα έχω: ανοχή, αποχή, ενοχή, εξοχή, κατοχή, μετοχή, παροχή. Από το αμείβω > αμοιβή, αλείφω > αλοιφή, κλείω > κλοιός, πέμπω > πομπή κ.ά.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία