↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική εἴδησῐς αἱ εἰδήσεις
      γενική τῆς εἰδήσεως τῶν εἰδήσεων
      δοτική τῇ εἰδήσει ταῖς εἰδήσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν εἴδησῐν τὰς εἰδήσεις
     κλητική ! εἴδησῐ εἰδήσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  εἰδήσει
γεν-δοτ τοῖν  εἰδησέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
εἴδησις < θέμα εἰδ-' (< οἶδα < Ϝοιδ- κατά ετεροίωση όπως στο απαρέμφατο εἰδέναι -δείτε και το θέμα Ϝειδ- του ρήματος εἴδω-) + (η)σις [1]

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

εἴδησις θηλυκό

  1. γνώση
  2. φορέας γνώσης
  3. το νέο, η είδηση

Συγγενικά

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. «είδηση» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.