Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ὁράω (συνηρημένο: ὁρῶ)

  1. βλέπω
    εἴ τι ἄρα μάλλον ἐνδοῖεν οἱ Ἀθηναῖοι ὁρῶντες σφᾶς ἤδη ἐν ὁδῷ ὄντας...

ΚλίσηΕπεξεργασία


Άλλες μορφέςΕπεξεργασία