Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ὁράω (συνηρημένο: ὁρῶ)

  • βλέπω
    εἴ τι ἄρα μάλλον ἐνδοῖεν οἱ Ἀθηναῖοι ὁρῶντες σφᾶς ἤδη ἐν ὁδῷ ὄντας...

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία