Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική εἰδύλλιον εἰδυλλίω εἰδύλλια
Γενική εἰδυλλίου εἰδυλλίοιν εἰδυλλίων
Δοτική εἰδυλλί εἰδυλλίοιν εἰδυλλίοις
Αιτιατική εἰδύλλιον εἰδυλλίω εἰδύλλια
Κλητική εἰδύλλιον εἰδυλλίω εἰδύλλια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εἰδύλλιον < < εἶδ(ος) + (κατάλ. υποκορ.) -ύλλιον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εἰδύλλιον

  • μικρό σε έκταση ποίημα με ερωτικό κυρίως περιεχόμενο και αναφορά στην αγροτική-ποιμενική ζωή (βασισμένο στην ποίηση του Θεοκρίτου)