Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρατηρώ < αρχαία ελληνική παρατηρῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

παρατηρώ (παθητική φωνή: παρατηρούμαι)

  • κοιτάζω με προσοχή και για αρκετή ώρα κάτι με σκοπό να καταλάβω ή να μάθω κάτι
  • αντιλαμβάνομαι κάτι, π.χ. μια αλλαγή, σημειώνω
    παρατήρησες την αλλαγή στις συνήθειές του τελευταία;
  • διατυπώνω ένα σχόλιο, σημειώνω
    θα ήθελα να παρατηρήσω ότι στην επιχειρηματολογία σας δεν λάβατε υπόψη τα εξής ...
  • κάνω παρατήρηση σε κάποιον, επιτιμώ, μαλώνω
    η δασκάλα τον παρατήρησε για τη συμπεριφορά του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία