Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παρατηρητήριο τα παρατηρητήρια
      γενική του παρατηρητήριου
παρατηρητηρίου
των παρατηρητήριων
παρατηρητηρίων
    αιτιατική το παρατηρητήριο τα παρατηρητήρια
     κλητική παρατηρητήριο παρατηρητήρια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Εσωτερικό παρατηρητηρίου της χλωρίδας και πανίδας ποταμού Αξιού

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρατηρητήριο <παρατηρώ, παρατηρη- + -τήριο (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική observatoire[1])

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.ɾa.ti.ɾiˈti.ɾi.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐ρα‐τη‐ρη‐τή‐ρι‐ο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρατηρητήριο ουδέτερο

  1. ειδικός (διαμορφωμένος) τόπος ή θέση κατάλληλα για παρατήρηση / παρακολούθηση
    δείτε τις λέξεις βίγλα, καραούλι και σκοπιά
  2. οργανισμός παρακολούθησης διαφόρων κοινωνικών, οικονομικών ή άλλων φαινομένων, με την διεξαγωγή σχετικών ερευνών και ειδικών μετρήσεων
    ※ Με αυτό το σύνθημα το «Παρατηρητήριο ενάντια στη φασιστική βία και τον ρατσισμό» πραγματοποίησε την περασμένη Παρασκευή το βράδυ την ιδρυτική του συνέλευση, για να διατρανώσει ότι απέναντι στον φασισμό, τον ρατσισμό, τη βία και τη μισαλλοδοξία στη Θεσσαλονίκη έχει στηθεί πλέον ένα κοινό ανάχωμα. (Εφημερίδα των Συντακτών, 11.02.2019)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.