Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τόπος οι τόποι
      γενική του τόπου των τόπων
    αιτιατική τον τόπο τους τόπους
     κλητική τόπε τόποι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τόπος < αρχαία ελληνική τόπος (< ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *top- (κείμαι) ή *tekʷ-)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τόπος αρσενικό

  1. μέρος, χώρος
  2. (μαθηματικά) σύνολο σημείων του επιπέδου ή του χώρου με μια κοινή ιδιότητα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • έμεινα στον τόποβλέπε έκφραση: τα κακάρωσα
  • κοινός τόπος: κάτι που όλοι παραδέχονται ή επαναλαμβάνουν - κοινοτοπία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία