Ετυμολογία

επεξεργασία
locus < λατινική locus

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

locus (en)

  1. τοποθεσία, επίκεντρο, εστία, τόπος, συγκεκριμένος χώρος, θέση, το κέντρο μιας δραστηριότητας, η σκηνή ενός εγκλήματος
  2. (μαθηματικά) τόπος, σύνολο σημείων με μια χαρακτηριστική ιδιότητα
  3. (βιολογία) το συγκεκριμένο σημείο σε ένα χρωμόσωμα όπου εντοπίζεται ένα γονίδιο

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

locus (la) αρσενικό

  1. τόπος
  2. χώρος
  3. χώρα
  4. πόλη
  5. λόφος
  6. καιρός
  7. αφορμή
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική locus locī
γενική locī locōrum
δοτική locō locīs
αιτιατική locum locōs
κλητική loce locī
αφαιρετική locō locīs
(β' κλίση)
ο πληθυντικός έχει τη σημασία χωρίον/κεφάλαιο βιβλίου

Και ετερογενές:

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική
-
loca
γενική
-
locōrum
δοτική
-
locīs
αιτιατική
-
loca
κλητική
-
loca
αφαιρετική
-
locīs
(β' κλίση)
ο πληθυντικός έχει τη σημασία τόποι