Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τοποθεσία τοποθεσίες
γενική τοποθεσίας τοποθεσιών
αιτιατική τοποθεσία τοποθεσίες
κλητική τοποθεσία τοποθεσίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τοποθεσία < αρχαία ελληνική τοποθεσία < τοποθετῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τοποθεσία θηλυκό

  1. η θέση ενός αντικειμένου σε σχέση με κάποιο σημείο αναφοράς του χώρου

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη: τοποθετώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία