Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

location < λατινική locatio < locare < locus

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

location (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
location locations

location (fr) θηλυκό

  1. η ενοικίαση
  2. (κατ’ επέκταση) κάτι που έχει ενοικιαστεί
  3. (κατ’ επέκταση) το γραφείο ενοικιάσεων