Δείτε επίσης: Λόφος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λόφος οι λόφοι
      γενική του λόφου των λόφων
    αιτιατική τον λόφο τους λόφους
     κλητική λόφε λόφοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λόφος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λόφος[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈlo.fos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λό‐φος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λόφος αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λόφος < λέπω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λόφος αρσενικό