Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μανόλια οι μανόλιες
      γενική της μανόλιας
    αιτιατική τη μανόλια τις μανόλιες
     κλητική μανόλια μανόλιες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
μανόλια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μανόλια < ιταλική magnolia < γαλλική magnolia < Pierre Magnol (Πιέρ Μανόλ, Γάλλος βοτανολόγος)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ma.ˈnɔ.ʎa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μανόλια θηλυκό

  • (βοτανική) καλλωπιστικό δέντρο του γένους Magnolia· ορισμένα είδη είναι αειθαλή ενώ άλλα είναι φυλλοβόλα, αλλά τα περισσότερα έχουν μεγάλα άσπρα ή ροζ άνθη

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία