Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράχη ράχες
γενική ράχης ραχών
αιτιατική ράχη ράχες
κλητική ράχη ράχες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ράχη < αρχαία ελληνική ῥάχις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɾa.çi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ράχη θηλυκό

  1. η πλάτη (του ανθρώπου)
  2. το αντίστοιχο μέρος του σώματος των σπονδυλωτών
  3. (κατ’ επέκταση) το τμήμα του ρούχου που καλύπτει την πλάτη
  4. (κατ’ επέκταση) η πίσω κυρτή πλευρά διάφορων αντικειμένων
    η ράχη της πολυθρόνας
    • (για βιβλία) η πίσω στενή πλευρά ενός βιβλίου, εκεί όπου ενώνονται τα φύλλα του· είναι κατασκευασμένη από το ίδιο υλικό με το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο και αναγράφει συνήθως τον τίτλο του βιβλίου και τον συγγραφέα
  5. η κορυφογραμμή

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία