Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κάλαμος οι κάλαμοι
      γενική του κάλαμου
καλάμου
των κάλαμων
καλάμων
    αιτιατική τον κάλαμο τους κάλαμους
καλάμους
     κλητική κάλαμε κάλαμοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάλαμος < αρχαία ελληνική κάλαμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱl̥h₂mos < *ḱolh₂mos < *ḱolh₂-m- / *ḱlh₂-em-[1] (καλάμι, άχυρο)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈka.la.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κά‐λα‐μος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάλαμος αρσενικό

  1. (λόγιο) καλάμι
  2. (βοτανική) κάθε κοίλος βλαστός
  3. (ζωολογία) το κατώτερο, κοίλο και διαφανές τμήμα των φτερών
  4. η συγγραφική τέχνη, γραφίδα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.