Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πένα πένες
γενική πένας (πενών)
αιτιατική πένα πένες
κλητική πένα πένες
 
πένες (2) από φτερό σε μελανοδοχείο
 
πένα (2)
 
διάφορες πένες (3)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πένα <
  1. ιταλική penna (φτερό)
  2. αγγλική penny

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πένα θηλυκό

  1. μικρό έλασμα που το χρησιμοποιούσαν παλαιότερα στους κονδυλοφόρους
  2. κονδυλοφόρος, στυλό, μέσο γραφής με μελάνι
  3. (μουσική) κοντόπληκτρο, μικρό πλήκτρο, όνυχας
    (πχ. σε αντιδιαστολή με το πλήκτρο του σαμιζέν)
    έλασμα για κρούση χορδών μουσικών οργάνων
  4. (μεταφορικά) η ικανότητα δημιουργικής γραφής, η συγγραφική δεινότητα
  5. (οικονομία) υποδιαίρεση της αγγλικής λίρας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία