Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γραφή οι γραφές
      γενική της γραφής των γραφών
    αιτιατική τη γραφή τις γραφές
     κλητική γραφή γραφές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γραφή < κληρονομημένη από την αρχαία ελληνική γραφή[1] < γράφω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɣɾaˈfi/
συλλαβισμός: γρα‐φή
τονικό παρώνυμο: γράφει

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γραφή θηλυκό

  1. η ανθρώπινη επινόηση για την παράσταση του λόγου και της σκέψης με σύμβολα (γράμματα, συλλαβογράμματα, ιδεογράμματα) που σχηματίζονται πάνω σε κατάλληλο υλικό (πέτρα, περγαμηνή, χαρτί κλπ)
  2. η ενέργεια με την οποία κάποιος γράφει κάτι ή η συγγραφική δραστηριότητα
  3. ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο κάποιος γράφει ή ο γραφικός χαρακτήρας ενός ατόμου
    δυσανάγνωστη γραφή
  4. ο συγκεκριμένος ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο κάποιος εκφράζεται γραπτώς, το ύφος
    η υπαρξιακή γραφή του τάδε ποιητή
  5. κάθε μία από τις περισσότερες διαδοχικές εκδοχές ενός κειμένου
    η πρώτη γραφή των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Σολωμού
  6. (παρωχημένο ή λογοτεχνικό) επιστολή
  7. (με κεφαλαίο) η Αγία Γραφή

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη γράφω

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία