Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γραφή γραφές
γενική γραφής γραφών
αιτιατική γραφή γραφές
κλητική γραφή γραφές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γραφή < αρχαία ελληνική γραφή < γράφω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γραφή θηλυκό

  1. η ανθρώπινη επινόηση για την παράσταση του λόγου και της σκέψης με σύμβολα (γράμματα, συλλαβογράμματα, ιδεογράμματα) που σχηματίζονται πάνω σε κατάλληλο υλικό (πέτρα, περγαμηνή, χαρτί κλπ)
  2. η ενέργεια με την οποία κάποιος γράφει κάτι ή η συγγραφική δραστηριότητα
  3. ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο κάποιος γράφει ή ο γραφικός χαρακτήρας ενός ατόμου
    δυσανάγνωστη γραφή
  4. ο συγκεκριμένος ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο κάποιος εκφράζεται γραπτώς, το ύφος
    η υπαρξιακή γραφή του τάδε ποιητή
  5. κάθε μία από τις περισσότερες διαδοχικές εκδοχές ενός κειμένου
    η πρώτη γραφή των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Σολωμού
  6. (παρωχημένο ή λογοτεχνικό) επιστολή
  7. η Αγία Γραφή

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία