Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εγγραφή εγγραφές
γενική εγγραφής εγγραφών
αιτιατική εγγραφή εγγραφές
κλητική εγγραφή εγγραφές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγγραφή < αρχαία ελληνική ἐγγραφή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εγγραφή θηλυκό

  1. καταγραφή σε επιφάνεια από διάφορα υλικά, π.χ. μαγνητική ταινία, χαρτί
  2. (πληροφορική) καταχώριση σε αρχείο
  3. (βάσεις δεδομένων), (σχεσιακή βάση δεδομένων) η γραμμή (row), η πλειάδα (tuple) ενός πίνακα (table)[1]

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Πληροφορική:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Ευαγγελία Πιτουρά, «Το Σχεσιακό Μοντέλο και η Σχεσιακή Άλγεβρα», σελ. 44, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπέλαση 2020-02-04