Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

entry (en)

  1. η είσοδος (η ενέργεια)
  2. το δικαίωμα εισόδου
  3. η είσοδος, ο τόπος
  4. μικρός χώρος αμέσως μετά την κεντρική πόρτα
  5. το λήμμα λεξικού ή εγκυκλοπαίδειας
  6. καταχώριση (π.χ. σε βιβλίο ξενοδοχείου, λίστα, ημερολόγιο, βάση δεδομένων κλπ)