Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : //tjʊp(ə)l/ (ΗΒ)
ΔΦΑ : //tjuːp(ə)l/ (ΗΒ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tuple (en)

  1. (μαθηματικά, βάσεις δεδομένων) πλειάδα
  2. (πληροφορική) πλειάδα (δομή δεδομένων)
    Υπερώνυμα: collection, sequential (data structure)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • tuple στην αγγλική Βικιπαίδεια