Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κάψιμο τα καψίματα
      γενική του καψίματος των καψιμάτων
    αιτιατική το κάψιμο τα καψίματα
     κλητική κάψιμο καψίματα
όπως «δέσιμο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάψιμο < μεσαιωνική ελληνική κάψιμον < καίω < αρχαία ελληνική καίω (2.(σημασιολογικό δάνειο) αγγλική burn)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkapsimɔ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κά‐ψι‐μο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάψιμο ουδέτερο

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καίω
  2. (μεταφορικά, πληροφορική), (για CD, ROM, κλπ.) η μόνιμη εγγραφή σε μνήμες, που είναι μίας χρήσης, όπως CD, DVD, ROM. Λέγεται έτσι μεταφορικά, διότι η μνήμη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλη εγγραφή.
     συνώνυμα: (μόνιμη) εγγραφή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία