Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βουστροφηδόν < αρχαία ελληνική βουστροφηδόν

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

βουστροφηδόν

  1. που η φορά της γραφής αλλάζει σε κάθε σειρά

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

βουστροφηδόν γραφή

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βουστροφηδόν < από τα βοῦς, στροφήστρέφω) και το επίθημα -ηδόν (επειδή είναι αντίστοιχη με την κίνηση που κάνει το βόδι όταν οργώνουμε με αυτό)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

βουστροφηδόν

  1. βουστροφηδόν

Ιστέον ότι των αρχαίων οι μεν βουστροφηδόν έγραφον τα γράμματα, οι δε κιονηδόν, οι δε πλινθηδόν, οι δε σπειρηδόν[1]

ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Theodosii Canones. Editoris Annotatio Critica. Indices: 3, σελ. 1170 (786,18 Paullo aliter Cod. Ottobon 173 f.186)