Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
βου-
ονομαστική / βοῦς οἱ/αἱ βόες
      γενική τοῦ/τῆς βοός τῶν βοῶν
      δοτική τῷ/τῇ βοΐ τοῖς/ταῖς βουσῐ́(ν)
    αιτιατική τὸν/τὴν βοῦν τοὺς/τὰς βοῦς
     κλητική ! βοῦ βόες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βόε
γεν-δοτ τοῖν  βοοῖν
3η κλίση, Κατηγορία 'βοῦς' όπως «βοῦς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βοῦς < πρωτοελληνική *gʷous < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷōus
Συγγενή: λατινική bos, σανσκριτική गो (), αγγλική cow, γερμανική Kuh, γαλλική bœuf

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βοῦς αρσενικό ή θηλυκό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Διαλεκτικοί κλιτικοί τύποι:

  • Αιτ εν.: βοῦν, βῶν (πχ Ιλιάδα Η 238), βόα
  • Ονομ.πληθ: σπάνιος συνηρημένος τύπος βοῦς
  • Γεν. πληθ.: βῶν, βουῶν
  • Δοτ.πλ.: βουσί, βόεσσι, βοσί, βούεσσι
  • Αιτ. πλ.: βόας (ομηρικό και μεταγενέστερο), βοῦς

  ΠηγέςΕπεξεργασία