Αφρικάανς (af) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bos (af)



Λατινικά (la) Επεξεργασία

 
Bos (ένα βόδι)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

bos < πρωτοϊταλικό *gʷōs < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷṓws, συγγενές με το (αρχαία ελληνική ) βοῦς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bos

  • βόδι (αρσενικό ή θηλυκό)

ΚλίσηΕπεξεργασία

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική bos boves
γενική bovis boum
δοτική bovi bobus or bubus
αιτιατική bovem boves
κλητική bos boves
αφαιρετική bove bobus or bubus



Ολλανδικά (nl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

bos 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bos (nl)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία



Παλαιά γαλλικά (fro)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bos αρσενικό

  1. το δάσος
  2. το δέντρο
  3. το ξύλο
  4. η μπαστουνιά