Άνοιγμα κυρίου μενού

Αφρικάανς (af) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bos (af)



Λατινικά (la) Επεξεργασία

 
Bos (ένα βόδι)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

bos < πρωτοϊταλικό *gʷōs < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷṓws, συγγενές με το (αρχαία ελληνική ) βοῦς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bos

  • βόδι (αρσενικό ή θηλυκό)

ΚλίσηΕπεξεργασία

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική bos boves
γενική bovis boum
δοτική bovi bobus or bubus
αιτιατική bovem boves
κλητική bos boves
αφαιρετική bove bobus or bubus



Ολλανδικά (nl) Επεξεργασία

Παλαιά γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400 Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bos αρσενικό

  1. το δάσος
  2. το δέντρο
  3. το ξύλο
  4. η μπαστουνιά