Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
writing writings

writing (en)

  1. η γραφή
  2. το γραπτό
    I made a revision on your writing/piece of writing.
    Έκανα αναθεώρηση στο γραπτό σου.

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

writing (en)