Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντιγραφή αντιγραφές
γενική αντιγραφής αντιγραφών
αιτιατική αντιγραφή αντιγραφές
κλητική αντιγραφή αντιγραφές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιγραφή < μεσαιωνική ελληνική ἀντιγραφή < ελληνιστική κοινή ἀντιγραφή (=ἀντίγραφον, μεταγραφή) < αρχαία ελληνική ἀντιγραφή < ἀντί + γραφή ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλικά copie)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a(n).di.ɣɾa.ˈfi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντιγραφή θηλυκό

  1. η ενέργεια του ρήματος αντιγράφω, η δημιουργία ενός αντιγράφου
  2. (σε εξετάσεις) το να έχει ο εξεταζόμενος μαζί του βιβλίο ή σημειώσεις και να απαντά στα θέματα αντιγράφοντας από αυτά
    απαγορεύεται η αντιγραφή σε κάθε είδους γραπτές εξετάσεις
  3. ενέργεια κατά την οποία τα περιεχόμενα μιας συγκεκριμένης περιοχής "πηγαίνουν" σε μια άλλη, χωρίς όμως να διαγραφούν από την πρώτη
    Για να αντιγράψεις κάτι, πατάς "αντιγραφή" και μετά "επικόλληση".

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία