Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλάτη πλάτες
γενική πλάτης πλατών
αιτιατική πλάτη πλάτες
κλητική πλάτη πλάτες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλάτη < αρχαία ελληνική πλατεῖα < πλατύς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpla.ti/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλάτη θηλυκό

  1. το πίσω μέρος του σώματος, από το λαιμό μέχρι το τέλος της σπονδυλικής στήλης
  2. (ειδικότερα) το μέρος του σώματος των σφαγμένων ζώων, το οποίο αντιστοιχεί στην ωμοπλάτη
  3. (συνεκδοχικά) το πίσω μέρος του ρούχου
  4. (γενικά) το πίσω μέρος κάθε αντικειμένου, το οποίο το στηρίζει ή το ενισχύει
  5. το στενό τμήμα από το βιβλίο που ενώνει τα δύο καλύμματα των εξωφύλλων του

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

πλάτη ουδέτερο