Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιβλίο βιβλία
γενική βιβλίου βιβλίων
αιτιατική βιβλίο βιβλία
κλητική βιβλίο βιβλία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βιβλίο < αρχαία ελληνική βιβλίον, υποκοριστικό της λέξης βίβλος < βύβλος < Βύβλος (πόλη της Φοινίκης, από όπου εισαγόταν κατεργασμένος πάπυρος) < χαναανικό G-B-L (Gubla), συγγενές με το εβραϊκό גבל (Gebal) και το αραβικό جبيل (λιβανοαραβικό Jbeil)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vi.ˈvli.ɔ/
 
βιβλίο πάνω σε γραφείο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

📑
το βιβλίο ουδέτερο

  1. χειρόγραφα ή τυπωμένα φύλλα χαρτιού ίδιου μεγέθους και σχήματος, τα οποία έχουν συρραφεί από τη μία πλευρά και καλύπτονται με εξώφυλλα. Συνήθως εκδίδονται σε πολλά αντίτυπα
    εγκυκλοπαιδικό βιβλίο, λογοτεχνικό βιβλίο, παιδικά βιβλία
  2. τα φύλλα χαρτιού που καλύπτονται από εξώφυλλα κι είναι συρραμμένα από τη μία πλευρά και προορίζονται για την καταγραφή λογαριασμών, πρακτικών συνεδρίων κ.λπ.
    βιβλίο παραπόνων, λογιστικό βιβλίο
  3. κάθε γραπτή εργασία που έχει εκδοθεί με τη μορφή του βιβλίου
  4. μέρος συγγράμματος με μεγάλη έκταση
    η «Πολιτεία» του Πλάτωνα διαιρείται σε 10 βιβλία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία