Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βιβλιογραφία οι βιβλιογραφίες
      γενική της βιβλιογραφίας των βιβλιογραφιών
    αιτιατική τη βιβλιογραφία τις βιβλιογραφίες
     κλητική βιβλιογραφία βιβλιογραφίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βιβλιογραφία < βιβλίο + -γραφία (< γράφω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vi.vli.o.ɣɾaˈfi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βιβλιογραφία θηλυκό

  1. σύνολο βιβλίων σχετικών με ένα θέμα
  2. κατάλογος τίτλων και συγγραφέων βιβλίων σχετικών με ένα θέμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία