Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τίτλος τίτλοι
γενική τίτλου τίτλων
αιτιατική τίτλο τίτλους
κλητική τίτλε τίτλοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τίτλος < λατινική titulus

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τίτλος αρσενικό

  1. φράση ή λέξη που καθορίζει κάποιο βιβλίο ή, γενικά, κάποιο έργο
    ο Λαπαθιώτης έχει γράψει ένα υπερσουρρεαλιστικό ποίημα με τίτλο: Βάο, Γάο, Δάο
    μας ζήτησε να γράψουμε μια έκθεση με έναν πολύ μακροσκελή τίτλο
    αυτός ο γλύπτης βάζει όλο ξενικούς τίτλους στα γλυπτά του
  2. (συνεκδοχικά) το σύνολο των ίδιων βιβλίων που εκδίδονται από κάποιον εκδότη
    φέτος έχουμε εκδώσει δέκα τίτλους περισσότερους από πέρσι
  3. (στον πληθυντικό) τα στοιχεία ενός έργου κινηματογραφικού ή τηλεοπτικού (ποιος παίζει, ποιοι είναι οι συντελεστές κλπ) που εμφανίζονται στην αρχή ή στο τέλος του έργου
  4. καθιερωμένο αξίωμα ή τιμητική ονομασία σε κοινωνική, επιστημονική ή άλλη ομάδα ατόμων
    στον Εδουάρδο Η΄ δόθηκε ο τίτλος του δούκα του Ουίνδσορ μετά την παραίτησή του από βασιλιάς της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας
  5. (μεταφορικά) (αθλητισμός) το πρωτάθλημα
  6. επίσημο, νομιμοποιητικό έγγραφο με το οποίο κατοχυρώνεται η ιδιοκτησία ή το δικαίωμα σε μέρος αυτής
    και φέτος εκδόθηκαν τίτλοι του Ελληνικού Δημοσίου
    έχετε τίτλους ιδιοκτησίας από τους οποίους να αποδεικνύεται ότι είστε εσείς ο ιδιοκτήτης;
  7. η επωνυμία εταιρείας, ιδρύματος ή αντικειμένου με την οποία είναι γνωστή στο ευρύ κοινό και είναι κατοχυρωμένη από τον νόμο
    αρκετά φαρμακευτικά σκευάσματα κυκλοφορούν με διαφορετικούς εμπορικούς τίτλους ενώ, ουσιαστικά, περιέχουν την ίδια δραστική ουσία

  Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • πέφτουν οι τίτλοι
  • σε τίτλους: πάρα πολύ σύντομα και περιληπτικά

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία