↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η συγγραφέας οι συγγραφείς
      γενική του
του/της
συγγραφέα
συγγραφέως
των συγγραφέων
    αιτιατική τον/τη συγγραφέα τους/τις συγγραφείς
     κλητική συγγραφέα συγγραφείς
Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό.
Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος.
Κατηγορία όπως «συγγραφέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
συγγραφέας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγγραφ(εύς) + -έας από την αιτιατική συγγραφέα < συγγραφή < συγγράφω < συγ- + γράφω. Μορφολογικά αναλύεται σε συγ- + γράφ(ω) + -έας[1][2][3]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /siŋ.ɡɾaˈfe.as/
ΔΦΑ : /siŋ.ɣɾaˈfe.as/ (προφορικό)[4]
τυπογραφικός συλλαβισμός: συγ‐γρα‐φέ‐ας

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

συγγραφέας αρσενικό ή θηλυκό

  1. (επάγγελμα) το πρόσωπο που συγγράφει, που συντάσσει κείμενα (κυρίως επιστημονικά ή λογοτεχνικά)
    Πρόκειται πιθανότατα για έργο πολλών συγγραφέων.
  2. (ειδικότερα) ο λογοτέχνης που γράφει σε πεζό λόγο σε αντιδιαστολή με τους ποιητές
    Υπήρξε σπουδαία ποιήτρια και συγγραφέας της εποχής εκείνης.
     συνώνυμα: πεζογράφος, πεζολόγος

Συγγενικά

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. συγγραφέας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. συγγραφέας - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
  3. συγγραφέαςΧαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  4. συγγραφέαςΧαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)