Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δοκιμιογράφος δοκιμιογράφοι
γενική δοκιμιογράφου δοκιμιογράφων
αιτιατική δοκιμιογράφο δοκιμιογράφους
κλητική δοκιμιογράφε δοκιμιογράφοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δοκιμιογράφος < δοκίμιο + γράφω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δοκιμιογράφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο/η συγγραφέας δοκιμίων

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία