Δείτε επίσης: δοκίμι, δοκιμή, δόκιμος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δοκίμιο τα δοκίμια
      γενική του δοκιμίου
δοκίμιου
των δοκιμίων
    αιτιατική το δοκίμιο τα δοκίμια
     κλητική δοκίμιο δοκίμια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δοκίμιο < δοκιμή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δοκίμιο ουδέτερο

  1. γραπτό κείμενο μέτριας έκτασης και καλλιεργημένου ύφους με το οποίο ο συγγραφέας αποπειράται να διερευνήσει θεωρητικά ένα φιλοσοφικό, κοινωνικό, ιστορικό, φιλολογικό ζήτημα
    • το αντίστοιχο είδος του γραπτού λόγου
  2. (τυπογραφία) η πρώτη πρόχειρη εκτύπωση ενός κειμένου που πρέπει να ελεγχθεί για λάθη και να λάβει την τελική του μορφή

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία