Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

épreuve 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
épreuve épreuves

épreuve (fr) θηλυκό

  1. το δοκίμιο
    il doit rendre son épreuve dans un mois - πρέπει να δώσει το δοκίμιό σε έναν μήνα
  2. η δοκιμασία
    tu dois passer trois épreuves - πρέπει να ξεπεράσεις τρεις δοκιμασίες
  3. το διαγώνισμα
    vous avez trois heures pour rendre votre épreuve - έχετε τρεις ώρες για να δώσετε το διαγώνισμά σας
  4. το βάσανο, η φουρτούνα, η ταλαιπωρία
    il a traversé plusieurs épreuves dans sa vie - πέρασε πολλά βάσανα / πολλές φουρτούνες στη ζωή του