Arrows blue.png Δείτε επίσης: βάσανο

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βάσανος οι βάσανοι
      γενική της βασάνου των βασάνων
    αιτιατική τη βάσανο τις βασάνους
     κλητική βάσανε βάσανοι
Δείτε και το βάσανο.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάσανος < (λόγιο) αρχαία ελληνική βάσανος (πέτρα στην οποία έλεγχαν τα μέταλλα)[1] < αρχαία αιγυπτιακή baḫan (είδος πετρώματος που χρησιμοποιόταν ως λυδία λίθος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάσανος θηλυκό

  • ο εξαντλητικός έλεγχος, για να εξακριβώσουμε ότι κάτι είναι σωστό, ακριβές ή γνήσιο
    υποβάλλω κάτι στη βάσανο της κριτικής

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία