Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δοκιμασία οι δοκιμασίες
      γενική της δοκιμασίας των δοκιμασιών
    αιτιατική τη δοκιμασία τις δοκιμασίες
     κλητική δοκιμασία δοκιμασίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δοκιμασία <δοκιμάζω: εξετάζω, ερευνώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δοκιμασία θηλυκό

  1. η δοκιμή
  2. δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει κάποιος και τον αναγκάζει να δοκιμάσει τις αντοχές του· ταλαιπωρία
Μπορεί μέσα απ' αυτή τη δοκιμασία να προκύψει κάτι καλό. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)

ως πολιτικός όροςΕπεξεργασία

ελέγχω και βρίσκω κάποιον κατάλληλο για να καταλάβει δημόσιο λειτούργημα[1]


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία