Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λειτούργημα τα λειτουργήματα
      γενική του λειτουργήματος των λειτουργημάτων
    αιτιατική το λειτούργημα τα λειτουργήματα
     κλητική λειτούργημα λειτουργήματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λειτούργημα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λειτούργημα ουδέτερο

  1. υπηρεσία που γίνεται προς χάρη του λαού ή της πολιτείας
  2. το δημόσιο υπούργημα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία