Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η -έας οι -είς
      γενική του
του/της
-έα
-έως
των -έων
    αιτιατική τον/τη(ν) -έα τους/τις -είς
     κλητική -έα -είς
Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό.
Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος.
Κατηγορία όπως «συγγραφέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο -έας οι -είς
      γενική του -έα των -έων
    αιτιατική τον -έα τους -είς
     κλητική -έα -είς
Η γενική ενικού -έως, για λόγιες λέξεις.
Κατηγορία όπως «αμφορέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
-έας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική -εύς από την αιτιατική -έα (δηλωτικό επαγγελμάτων και δραστικών ουσιαστικών[1][2]

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-έας αρσενικό (θηλυκό και -έα)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ας οι ηδες
      γενική του α των ηδων
    αιτιατική τον α τους ηδες
     κλητική α ηδες
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Δουρίδας (Αντρέας)» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
-έας κατάληξη επωνύμων με προέλευση από τη Μάνη[3]

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-έας αρσενικό (θηλυκό -έα)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «"-έας"» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Α΄ έκδοση: 1998)
  3. §545 - Τριανταφυλλίδης, Μανόλης (1941) Νεοελληνική γραμματική της δημοτικής. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2018 (ανατύπωση με διορθώσεις και επίμετρο - γραφή πολυτονική).