Δείτε επίσης: μαύρος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μαύρος < μαύρος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μαύρος

  1. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μαύρου)
  2. ο άνθρωπος με πολύ σκούρο δέρμα ή που ανήκει στη λεγόμενη (σύμφωνα με όσους ακολουθούν τη φυλετική διάκριση των ανθρώπων) «μαύρη φυλή» (θηλυκό Μαύρη)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία