Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρίχα τρίχες
γενική τρίχας τριχών
αιτιατική τρίχα τρίχες
κλητική τρίχα τρίχες
 
τρίχα από ινδικό χοιριδιο

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρίχα < αρχαία ελληνική θρίξ, (γενική: τριχός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρίχα θηλυκό

  1. νηματοειδές υλικό που φυτρώνει στο δέρμα των περισσότερων θηλαστικών
    κερατόνημα, κερατονήμα, νήμα κερατίνης

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • στα ζώα και στο ανθρώπινο κεφάλι έχει ως συνώνυμο το μαλλί και η πολύ κοντή τρίχα αποτελεί το χνούδι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία