Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρίχα τρίχες
γενική τρίχας τριχών
αιτιατική τρίχα τρίχες
κλητική τρίχα τρίχες
 
τρίχα από ινδικό χοιριδιο

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρίχα < αρχαία ελληνική θρίξ, (γενική: τριχός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρίχα θηλυκό

  1. νηματοειδές υλικό που φυτρώνει στο δέρμα των περισσότερων θηλαστικών
    κερατόνημα, κερατονήμα, νήμα κερατίνης

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • στα ζώα και στο ανθρώπινο κεφάλι έχει ως συνώνυμο το μαλλί και η πολύ κοντή τρίχα αποτελεί το χνούδι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρίχα < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

τρίχα

  1. σε τρία τμήματα
  2. με τρεις τρόπους

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

τρίχα