Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρομάζω < μεσαιωνική ελληνική τρομάζω < τρόμαξα, αόριστος του τρομάσσω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɾɔ.ˈma.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

τρομάζω, παθ. μτχ.: τρομαγμένος

  1. (αμετάβατο) καταλαμβάνομαι από τρόμο, φοβάμαι
    τρομάζω, όταν σκέφτομαι ότι μπορεί να συμβεί κάτι κακό
  2. (μεταβατικό) προκαλώ τρόμο σε κάποιον, φοβίζω
    με τρόμαξε η συμπεριφορά σου!
  3. (+ να) δυσκολεύομαι, κάνω μεγάλη προσπάθεια για να πετύχω κάτι
    τρόμαξε να τα καταφέρει

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία