Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποτρίχωση οι αποτριχώσεις
      γενική της αποτρίχωσης
& αποτριχώσεως
των αποτριχώσεων
    αιτιατική την αποτρίχωση τις αποτριχώσεις
     κλητική αποτρίχωση αποτριχώσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποτρίχωση < μεσαιωνική ελληνική αποτρίχωσις < αποτρίχω < ελληνιστική κοινή ἀπότριχος < ἀπό + αρχαία ελληνική θρίξ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική épilation)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αποτρίχωση θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία