Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριχωτός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τριχωτός

  1. που έχει πολλές τρίχες, πυκνό τρίχωμα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • το τριχωτό της κεφαλής: το μέρος του κεφαλιού που καλύπτεται από μαλλιά

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία