Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

fuzzy (en)

  1. χνουδωτός
  2. θολός, ασαφής
  3. θαμπός, θολός, μη εστιασμένος σωστά
    a fuzzy photo