Δείτε επίσης: θόλος

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο θολός η θολή το θολό
      γενική του θολού της θολής του θολού
    αιτιατική τον θολό τη θολή το θολό
     κλητική θολέ θολή θολό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι θολοί οι θολές τα θολά
      γενική των θολών των θολών των θολών
    αιτιατική τους θολούς τις θολές τα θολά
     κλητική θολοί θολές θολά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θολός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή θολός (αρχαίο ουσιαστικό με σημασία: λάσπη)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θoˈlos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θο‐λός
τονικό παρώνυμο: θόλος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θολός

  1. (για υγρό) που δεν έχει διαύγεια λόγω στερεών προσμείξεων
    το νερό του ποταμού ήταν θολό από τη λάσπη
  2. (για είδωλο) που δεν διακρίνεται καθαρά, θαμπός
    η εικόνα στην τηλεόραση είναι θολή, η συσκευή χρειάζεται επισκευή
  3. που δεν έχει διαύγεια πνεύματος
  4. (μεταφορικά) όχι ξεκάθαρος, ασαφής
    θολή ιδεολογία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θολός < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική θολός οἱ θολοί
      γενική τοῦ θολοῦ τῶν θολῶν
      δοτική τῷ θολ τοῖς θολοῖς
    αιτιατική τὸν θολόν τοὺς θολούς
     κλητική ! θολέ θολοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θολώ
γεν-δοτ τοῖν  θολοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

θολός αρσενικό

  1. ακαθαρσία, λάσπη, λασπόνερο
  2. το μελάνι διαφόρων μαλακίων

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική θολός θολή τὸ θολόν
      γενική τοῦ θολοῦ τῆς θολῆς τοῦ θολοῦ
      δοτική τῷ θολ τῇ θολ τῷ θολ
    αιτιατική τὸν θολόν τὴν θολήν τὸ θολόν
     κλητική ! θολέ θολή θολόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ θολοί αἱ θολαί τὰ θολᾰ́
      γενική τῶν θολῶν τῶν θολῶν τῶν θολῶν
      δοτική τοῖς θολοῖς ταῖς θολαῖς τοῖς θολοῖς
    αιτιατική τοὺς θολούς τὰς θολᾱ́ς τὰ θολᾰ́
     κλητική ! θολοί θολαί θολᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ θολώ τὼ θολᾱ́ τὼ θολώ
      γεν-δοτ τοῖν θολοῖν τοῖν θολαῖν τοῖν θολοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

θολός, -ή, -όν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

  ΠηγέςΕπεξεργασία