Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hair (en)

  1. τα μαλλιά, το μαλλί
  2. η τρίχα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • to pull my hair out - τραβάω τα μαλλιά μου (από απόγνωση)